Η ΑΞΙΑ ΜΑΣ

Τι είμαστε;
Άλλοι, λεν τα αποκτήματα μας
Άλλοι, οι πράξεις μας.
Άλλοι, τα επιτεύγματα μας.
Άλλοι, η μόρφωση μας.
Άλλοι, οι εκδηλώσεις μας.
Κι άλλοι, αυτό που αισθανόμαστε για μας.
Το τι είμαστε λοιπόν, έχει να κάνει με το τι έχουμε ταυτιστεί ως εαυτό μας!
Μπέρδεμα όμως ε;;
Τι είμαστε τελικά;

Μήπως όλα τα παραπάνω κι όχι μόνο ένα από αυτά,
αλλά ταυτόχρονα,
και τίποτα από αυτά;

Μήπως είναι άλλο αυτό που είμαστε, και άλλο το τι κάνουμε;
Μήπως άλλο αυτό που είμαστε, και άλλο αυτό που νομίζουμε;
Ή μήπως το τι κάνουμε, εκδηλώνει απλά πάντα λιγότερα από αυτό που είμαστε;

Μήπως δηλαδή ότι και να κάνουμε, όπως και να δράσουμε, ποτέ δεν θα εκφράσει αυτό που είμαστε γιατί πάντα μα πάντα θα είναι ευρύτερο των αποκτημάτων μας, των πράξεων μας, των επιτευγμάτων μας, της μόρφωσης μας, και όλων των εκδηλώσεων μας;;;

Τότε, όλα τα παραπάνω δεν είναι τίποτε άλλο, παρά για να καταλάβουμε, πως αποφασίζοντας για το οτιδήποτε και εκδηλώνοντας το, απλά το αναγνωρίζουμε κάθε φορά ως κομμάτι δικό μας που μέχρι τότε δεν γνωρίζαμε ότι έχουμε, ότι είμαστε, οπότε η εκδήλωση του με πράξεις που βλέπουμε εμείς, αλλά και οι άλλοι γύρω μας γίνεται η απόδειξη του και σε μας και στους άλλους ως δικών μας χαρακτηριστικών!

Τι σημαίνουν λοιπόν όλα τα παραπάνω;

Σημαίνουν αγαπητοί μου, πως όλη μας η ζωή, έχει να κάνει με το να αποδείξουμε ότι αξίζουμε, και πόσο αξίζουμε, (κρίνοντας από τα αποτελέσματα και τις κατακτήσεις μας), για να νιώθουμε υπερήφανοι με μας εξαιτίας των επιτευγμάτων μας σε περιουσία, γνώση, δεξιότητες, μόρφωση, πράξεις αλλά εδώ, δημιουργείται μία μεγάλη παγίδα: Αν μας τα στερήσουν, που πάει η δύναμη και αυτοεκτίμηση μας;

Που το πάω; Ότι πρέπει να κατανοήσουμε, πως είμαστε τα πάντα έτσι κι αλλιώς, και πως ότι εκδηλώνουμε, είναι για να εκφράσουμε αυτό που «αποφασίζουμε» να εκδηλώσουμε, και όχι ότι εκδηλώσουμε, δηλώνει πως είμαστε μόνο αυτό και αφορά κατ’ επέκταση τη γνώμη μας για τον εαυτό μας και την αξία μας! Γιατί αυτό ισχύει τελικά όταν είμαστε ταυτισμένοι με την προσωπικότητα μας…

Αν όμως η ταύτιση μας είναι με αυτό που είμαστε βαθύτερα, η αξία μας, δεν χρειάζεται να μας υποδεικνύεται… Έτσι, ότι κι αν μας στερηθεί από τη ζωή εξωτερικά, δεν θα την αλλοιώσει στο ελάχιστο. Έτσι δεν είναι;

Αναγνωρίζοντας αυτό που είμαστε, όλα, γίνονται από μέσα προς τα έξω και όχι το αντίθετο. Έτσι, ότι κι αν εκδηλώσουμε θα ξέρουμε, πως παίρνει μία ανώτερη χροιά, και πως απλά εκδηλώνουμε την τελειότητα σε ότι μα ότι κι αν κάνουμε… Την εκδηλώνουμε, αλλά χωρίς να σημαίνει πως θα φέρει και τελειότητα στις πράξεις μας, μια και εκ φύσεως ο κόσμος αυτός είναι ατελής, οπότε πάντα μα πάντα, ότι κι αν κάνουμε, θα είναι λιγότερο και μικρότερο αυτού που είμαστε… Η τελειότητα λοιπόν, είναι στο τι Είμαστε, και όχι στο τι κάνουμε…

Άρα, ότι κι αν κατέχουμε, ότι κι αν «φαίνεται» πως πετυχαίνουμε, ότι κι αν μαθαίνουμε, ότι κι αν βγάζουμε προς τα έξω, δεν είναι τίποτε άλλο, από «ξεδίπλωμα» αυτών, που ήδη είμαστε… Εξάλλου, αυτό ήρθαμε να κάνουμε εδώ: Να εκδηλώσουμε ότι φέρουμε, και όχι ανάλογα με το τι κάνουμε, να μας «στριμώξουμε» μονάχα σε αυτό…

Πολύ μεγάλη μας λοιπόν παρανόηση το ένα, και πολύ μεγάλη ελευθερία το δεύτερο, αν κατανοήσουμε πως λειτουργεί όλο αυτό τελικά, ανάποδα…. Από πάνω προς τα κάτω φίλοι μου, και όχι από κάτω προς τα πάνω. Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε, πως είμαστε Πνεύμα που εκδηλώνεται στην ύλη, και όχι ύλη, που πάει προς ένα Πνεύμα που του είναι ξένο…

Όταν εκδηλώνουμε κάτι, ασχολούμενοι μαζί του, γνωρίζοντας την άνωθεν καταγωγή μας, η χροιά που θα πάρει, δεν θα φέρει τον έλεγχο μας, αλλά κάτι μαγικό μέσα του που απλά θα εκδηλωθεί από εμάς, μη γνωρίζοντας ούτε οι ίδιοι την κατάληξη του. Συμπορευόμενοι με τη ζωή δημιουργούνται θαύματα, ενώ νομίζοντες πως εμείς φέρνουμε τα πράγματα εις πέρας, εγκλωβιζόμαστε σε ικανότητες που επειδή δεν τις έχουμε εκδηλώσει στο παρελθόν, νομίζουμε πως δεν είμαστε ικανοί να τις κατέχουμε. Έτσι, πιστέψτε με! Τίποτα δεν καταφέρνουμε εμείς. Απλά τα πράγματα συμβαίνουν, όταν αφήνουμε την ίδια τη ζωή να εκδηλωθεί μέσα από εμάς… Γιατί η ζωή, δεν είναι δική μας. Είναι ενέργεια εκδήλωσης, που φέρουμε μέσα μας, ενώ ταυτόχρονα είμαστε.

Μην εγκλωβίζουμε λοιπόν τον εαυτό μας μονάχα σε αυτά που βλέπουμε, έχουμε κάνει, ή πιστεύουν οι άλλοι για μας. Δεν είμαστε ξεκομμένοι. Είμαστε μέρος μια ενέργειας με αέναη κίνηση. Γνωρίζοντας το, όλα απλοποιούνται. Όλα, γίνονται πιο εύκολα, και πιο αβίαστα. Δεν χρειάζεται να παίρνουμε τόσο σοβαρά τον εαυτό μας ως αυτό που «νομίζουμε» ότι είμαστε, γιατί ποτέ δεν είμαστε «μόνο» αυτό….

Και τι κάνουμε; Τι πρέπει να κάνουμε;
Να μην εκδηλώνουμε μονάχα αυτά που έχουμε ήδη εκδηλώσει στο παρελθόν επειδή τα κατέχουμε, αλλά να είμαστε ανοιχτοί να εκδηλώσουμε και οτιδήποτε άλλο παρουσιαστεί μπρος μας, μη κρίνοντας εκ των προτέρων για ποια πράγματα είμαστε ικανοί και για ποια όχι γιατί η ζωή, μπορεί πράγματι να μας εκπλήξει στην εκδήλωση μας, για πράγματα που μέχρι χθες μας ήταν άγνωστα. Εξάλλου, τίποτα δεν είναι δικό μας ούτε ως επίτευγμα, ούτε ως χάρισμα. Αρκεί, το άνοιγμα μας προς το άγνωστο μέσα μας, να αφήνει όλες τις ικανότητες απλώς να κάνουν εμφάνιση, απολαμβάνοντας το τεράστιο εύρος του αγνώστου μέσα μας. Γιατί εκεί, εδώ, είναι η πραγματική μας ταυτότητα, και όχι στα εκδηλωμένα κομμάτια έξω από εμάς…

Ξέρετε τι ελευθερία έχει όλο αυτό; Αφήνουμε κάτι ανώτερο να περάσει από μέσα μας. Αφήνουμε την ίδια μας τη φύση να δράσει στην ύλη, χωρίς να της προτάσσουμε τα εμπόδια του μυαλού μας περί ικανοτήτων μας. Κι ερχόμαστε και πάλι στην Αξία του Εαυτού μας…

Η Αξία μας, είναι στο ότι Είμαστε ….ήδη… η φύση μας. Πιστεύοντας το, έχουμε κατανοήσει πως δεν είμαστε κάτι χωριστό από τη φύση, αλλά εκδήλωση της, και αναπόσπαστο μέρος της… Το ότι δεν το νιώθουμε αυτό, δεν μειώνει στο ελάχιστο την Αξία μας. Μειώνει, τη γνώμη που έχουμε εμείς οι ίδιοι γι’ αυτήν…

Αυτό λοιπόν που χρειάζεται, και όλη η ιστορία του σκηνικού της ζωής μας, είναι αυτή η αναγνώριση, η κατανόηση, το βίωμα της. Όλα, τα πάντα, γι’ αυτό γίνονται. Είμαστε….ήδη. Δρούμε, ήδη μέσα από αυτό που Είμαστε, γιατί δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. Η κατανόηση ως προς αυτό είναι όλος ο αγώνας μας, και η αναγνώριση των παρανοήσεων μας που την εμποδίζουν… Και να γιατί η ύπαρξη της ψυχολογίας, της ψυχανάλυσης, της αυτογνωσίας κλπ.

Είμαστε τόσο μα τόσο μπλεγμένοι μέσα μας, που αυτό που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε, είναι το πιο απλό πράγμα στον κόσμο: Ότι είμαστε ήδη ελεύθεροι… Ότι είμαστε ήδη Άξιοι, ήδη Τέλειοι, ήδη ευτυχής…

Άρα, η κατανόηση της μη τελειότητας της ύλης, και η αναγνώριση της, είναι για να μας δείξει πως η τελειότητα αγαπητοί μου, δεν είναι εντός της ύλης γιατί η τελειότητα, δεν υπόκειται σε τάξεις μαθητείας... Η τελειότητα, Είναι, κι αυτό που εκδηλώνεται, είναι η σκιά της… ως ύλη… συμπεριλαμβανομένης των σωμάτων μας, και όλα όσα μαθαίνουμε, κάνουμε, καταφέρνουμε, φτιάχνουμε, έχουμε, ή γινόμαστε στο «φαίνεσθαι» εντός της κοινωνίας που ζούμε …


Η ΜΕΤΑΤΟΠΙΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ


Η μετατόπιση της συνείδησης, δεν είναι κάτι «φαντασμαγορικό», όπως και οτιδήποτε βέβαια άλλο είναι αληθινό…
Προκύπτει φυσικά…
Προκύπτει αβίαστα…
Προκύπτει σιωπηλά….
Και προκύπτει βεβαίως ως αποτέλεσμα από βιώματα κατανόησης…

Δεν αποφασίζουμε λοιπόν πως να βλέπουμε, και μετά κοιτάμε αν γίνεται. Αυτό, το κάνει μόνο το μυαλό μας, και το μυαλό μας επίσης είναι αυτό που περιμένει να δει την όποια αλλαγή μας… Αυτά όμως είναι μόνο ψεύτικα σενάρια, όπως, και παιχνίδια του εγωκεντρισμού μας…

Όταν προκύπτει η μετατόπιση της συνείδησης μας, είναι εξαιτίας αναγνώρισης βαθέων αληθειών, τις οποίες βεβαίως όλη μα όλη μας τη ζωή αγνοούσαμε κι αυτό, εξαιτίας πεποιθήσεων στις οποίες ήμασταν προσκολλημένοι ως την αλήθεια μας, και βασίζαμε σε αυτές μάλιστα και όλη μας τη ζωή…. Άρα, αναγνωρίζονται ως «αποκαλύψεις» οι κατανοήσεις μας. Μας σοκάρουν. Μας ταράζουν. Μας ξεγυμνώνουν και μας απογειώνουν. Μας μεταλλάσσουν…

Δεν είναι απλά σκέψεις…. Είναι συλλήψεις ενεργειακές, που «κουμπώνουν» κομμάτια κατανόησης σ’ ένα απέραντο παζλ πραγματικών αληθειών πια, και όχι όπως αποδεικνύεται ως τώρα μόνο παρανοήσεων μας για το πως έχουν τα πράγματα αντικειμενικά…

Όταν προκύπτει η μετατόπιση της συνείδησης μας σε άλλη κλίμακα, απλά, επανέρχεται μία αρμονία μέσα μας, η οποία κάποτε ήταν ανύπαρκτη, μια και στη θέση της επικρατούσε η  ίδια η δική μας οπτική που ήταν συγκρουσιακή και χαώδης κατ’ αρχήν ως προς εμάς, νομίζοντες βεβαίως πως η σύγκρουση και το χάος, έχει να κάνει μονάχα με το περιβάλλον μας, δηλαδή με κάτι έξω μας…

Αυτή η μετατόπιση της συνείδησης μας, απλά και φυσικά όπως είπαμε, κάνει τη ματιά μας για τα πράγματα να μεταμορφώνεται ως «τον τρόπο» που βλέπουμε, και όχι ως προς το τι είναι «αυτό που βλέπουμε». Έτσι, φτάνουμε να ξεχνάμε το πως βλέπαμε παλαιότερα, και αναρωτιόμαστε για αυτονόητα πράγματα πια για μας, που όμως οι άνθρωποι γύρω μας υιοθετούν ακόμα ως αλήθειες…

Εκεί τώρα πια αρχικά, αναγνωρίζουμε μια φάση μοναξιάς…. Ναι. Από εδώ και πέρα, αρχίζουμε να βαδίζουμε για να δυναμώσουμε … μόνοι… Αυτόνομοι… Ανεξάρτητοι… Ως Μονάδες πια συνείδησης…. Αυτή, είναι και η μετατόπιση μας ως Συνειδήσεις…

Είμαστε Μονάδες Συνείδησης, σε μια θάλασσα Συνείδησης η οποία χαμηλά, παρανοεί ως προς τον εαυτό της, αργότερα, αναγνωρίζει την Ατομική της ταυτότητα, και ακόμα πιο αργότερα, ενώνεται με τη θάλασσα….

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Οι άνθρωποι, επικοινωνούν διανοητικά, και νομίζουν πως επικοινωνούν πραγματικά ενώ το μόνο που κάνουν, είναι να ανταλλάσσουν απόψεις μέσω των πεποιθήσεων τους για το πως «νομίζουν» πως είναι τα πράγματα, γι’ αυτό και στις φιλοσοφικές ή άλλου είδους «βαθυστόχαστες» υπαρξιακές συζητήσεις στις οποίες κατά καιρούς συμμετέχουν παρατάσσουν λόγια γνωστών στον ανάλογο τομέα «καταξιωμένων» ανθρώπων που έμειναν στην ιστορία για το έργο τους. Διότι, θέλουν να προσδώσουν «βαρύτητα» και σοβαρότητα στα λεγόμενα τους ώστε να γίνουν κατά πρώτον αποδεκτά, κατά δεύτερον πιστευτά, κατά τρίτον να δώσουν έμφαση ότι κατανοούν οι ίδιοι αυτόν τον σπουδαίο πχ φιλόσοφο άρα και οι ίδιοι έχουν ομοιότητες μαζί του, και τέταρτον οπότε, με τα συγκεκριμένα λόγια παραθέτοντας τα, παίρνουν μάλιστα και αξία ως διανοούμενοι… Όλα αυτά όμως τα λόγια των «διάσημων» στην ιστορία ανθρώπων, ήταν βιωμένα από τους ίδιους, δεν ήταν ξερές λέξεις προς χρήση…. Ήταν και είναι μονάχα δέκτης για μας, ώστε ο καθένας μας, να εμβαθύνει στην ουσία τους για να εισπράξει, να βιώσει το βάθος τους στο νιώσημο τους, και όχι να τα χρησιμοποιούμε ως πανάκεια…

Υπάρχει, ένας άλλος τρόπος πραγματικής επικοινωνίας ανάμεσα στους ανθρώπους. Αυτός, δεν έχει καμία σχέση με τη παράθεση των γνωμών μας περί του κόσμου, της ζωής, ή της ύπαρξης γενικότερα. Αυτή η επικοινωνία, αν και είναι εξίσου λεκτική, δεν περιλαμβάνει μόνο τη διανόηση. Μπορεί να περιλαμβάνει, ακόμα και όλη την ύπαρξη των συμμετεχόντων. Όμως, δεν έχει σε τίποτα να κάνει με αντικείμενα συζήτησης που αφορούν άλλους…  Και πρόκειται, ειλικρινά σας το λέω, για πραγματική επικοινωνία. Σε αυτήν δεν υπάρχει «χώρος» για παράθεση παραδειγμάτων από ζωές ή λεγόμενα ανθρώπων, όντες επικεντρωμένοι ο καθένας στο είναι του, πέραν αυτών που συμμετέχουν στην εν λόγο κουβέντα …

Στην πραγματική επικοινωνία η επαφή γίνεται καρδιά με καρδιά. Ανταλλάσσονται βιώματα προσωπικά του καθένα με Δάσκαλο την ίδια τη ζωή μέσα από την εμπειρία και την πεζή κατά τα άλλα καθημερινότητα, αλλά που έχουν να κάνουν με πραγματική προσωπική κατάληξη απόψεων του καθενός, εξαιτίας των βιωμάτων του. Δεν αφορούν συμφωνία και παραδοχή  λόγων άλλων που κρίνονται ως σοφά και μας προκαλούν δέος υπό το βάρος των αιώνων τους…

Οι μεγαλύτερες σοφίες, κι αυτές που μας αφορούν σε προσωπικό επίπεδο, είναι αυτές που πηγάζουν από εμάς τους ίδιους, με εργαστήρι το σπίτι μας, τη δουλειά μας, τους οικείους μας, το χώρο μας, την επαφή μας με τη ζωή γενικότερα γύρω μας, τη φύση…. Μοιραζόμενοι όλα αυτά, συμμετέχουμε οι ίδιοι στη ζωή δεν είμαστε «επόπτες» της…. Έτσι, δεν διαχωρίζουμε τον εαυτό μας σε εγώ και εσύ… Η πραγματική επικοινωνία, γίνεται σε μία θάλασσα μοιράσματος, όχι σε ένα βούρκο διαφωνιών… Υπάρχει μία, κοινή βάση: Αυτή της εσώτερης επαφή κατά πρώτον, ώστε να γίνεται δυνατή και η μεταξύ μας ενσυναίσθηση, που δεν δύναται να προκύψει ποτέ ανάμεσα σε δύο κλειστές καρδιές... Απαιτεί έκθεση, ξεγύμνωμα, κατάθεση, οικειότητα, ανιδιοτέλεια, και όχι προσπάθεια επιβολής, κρυψίνους καταστάσεις, απαιτήσεις και προσδοκίες….

Επικοινωνώ πραγματικά, σημαίνει μοιράζομαι την αλήθεια μου, και εισπράττω μία άλλη εκδοχή αλήθειας από τον άνθρωπο που μόνο εξωτερικά τελικά έχω απέναντι μου γιατί η μόνη διαφορά μας είναι στην έκφραση...  Άρα, η διαφορά αυτή, είναι φαινόμενο εκδήλωσης του καθενός και μόνο. Φαινόμενο. Μόνο φαίνεται οπότε, και εισπράττεται ως διαφορά από τις αισθήσεις, αλλά δεν υφίσταται καμία ετερότητα στην ουσία του βάθους….

Πραγματική επικοινωνία, είναι η «κοινωνία» ανάμεσα στους ανθρώπους με μια «οσμή» θεϊκότητας να πλανάται στο χώρο, η οποία είναι «ΠΑΝΤΑ» μα «ΠΑΝΤΑ» παρούσα….

Ας επικοινωνούμε λοιπόν πραγματικά. Ή τουλάχιστον, ας δούμε «τι κάνουμε» μέχρι τώρα, κι ας αρχίσουμε να εργαζόμαστε προς αυτή την κατεύθυνση. Πάντως, απαραίτητο συστατικό προς την ανάπτυξη της πραγματικής επικοινωνίας με τους ανθρώπους, είναι πρώτιστα η καλλιέργεια και αποκατάσταση μιας επικοινωνίας του καθενός μας εσώτερα… Υπό αυτή την έννοια, η επικοινωνία με τους ανθρώπους, (και τα πάντα γύρω μας), είναι μια μαθητεία αυτογνωσίας, εκμεταλλευόμενοι οποιαδήποτε επαφή μας εξωτερικά, μετατοπίζοντας την εντός προς καλλιέργεια. Όχι διανοητικά όμως προσέξτε. Όλα γίνονται για ανάπτυξη της άηχης φωνής μέσα μας, ώστε να γίνει εφικτό να την καλλιεργήσουμε στο νιώσημο, εντός σιωπής…

Γιατί για να ακούσεις πραγματικά έξω, πρέπει πρώτα να σωπάσεις να μιλάς και να δώσεις το λόγο και σε άλλους.
Για για να ακούσεις πραγματικά μέσα, πρέπει πρώτα να σωπάσεις το μυαλό σου, και τα διανοητικά σου δεδομένα.….
Έκτοτε, αφού έχεις «ακούσει» μέσα, είσαι έτοιμος να «ακούσεις πραγματικά», και όποιον σου μιλήσει και «έξω». Ειδάλλως, θα είσαι μόνος σου, και ο άλλος, απέναντι σου, επίσης μόνος... Καμία κοινωνία...

Άσχετα βεβαίως αν μετά «ακούς» και αυτά, που ποτέ οι άλλοι δεν θα σου πουν με λόγια, γιατί απ' ότι καταλαβαίνουμε, δεν ακούς με τ' αυτιά σου πια… Αυτό όμως, είναι το τίμημα…



ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟ - ΥΠΟΣΥΝΕΙΔΗΤΟ

Άλλο Ασυνείδητο, και άλλο Υποσυνείδητο. Καλά. Το Συνειδητό είναι φανερό…

Ασυνείδητο μέσα μας, είναι αυτό που πάντα θα έχει και κάτι άλλο για να δούμε από αυτό που αφορά βεβαίως κάθε φορά το μέλλον της εξελικτικής μας πορείας, το οποίο και «περιμένει» προς ανακάλυψη-αποκάλυψη από το συνειδητό μέρος της ύπαρξης μας.

Το ασυνείδητο είναι αυτό που ώρες ώρες λειτουργεί ακαριαία μέσα μας ως η άμεση γνώση στη στιγμή, που ακούγοντας την φωνή του, δεν λανθάνουμε ποτέ από το προσωπικό μονοπάτι της πορείας και ευτυχίας μας.

Φωτίζοντας το, σε κάθε φάση της ζωής μας, είμαστε πάντα πιο πέρα, από το κάθε άλλο προηγούμενο στάδιο της εξέλιξης της συνειδητότητας μας. Ως συνειδητότητα λαμβάνεται το «ασανσέρ» που μας μετατοπίζει σε όλο και ευρύτερες, όπως και ευκρινέστερες βιωματικές ζώνες οι οποίες εντοπίζονται ως οι μικρές ή μεγάλες ριζικές «αλλαγές» μέσα μας για μας, για το πως βλέπουμε τα πράγματα, πως νιώθουμε γι’ αυτά, και πως πραγματώνεται η ανάλογη έκφραση-δράση μας και προς τα έξω εξαιτίας τους, στο κάθε περιβάλλον του κόσμου στον οποίο ζούμε ο καθένας μας.

Υποσυνείδητο από την άλλη, είναι το «παραγκωνισμένο» κομμάτι του είναι μας, που αναγνωρίζεται ως «σκοτεινό» και συνήθως από το νου μας χαρακτηρίζεται μάλιστα και ως κακό, διότι μας προκαλεί σύγχυση, δέος και φόβο όλη αυτή η σκοτεινιά του... Δεν είναι όμως τίποτε άλλο, από το σύνολο των δικών μας παρανοήσεων, όπως και των διαστρεβλωμένων μας πεποιθήσεων, που έχουν προέλθει από την ταύτιση της ύπαρξης μας μόνο με την υλική, γήινη φύση μας ως τη μοναδική μας ύπαρξη.

Αυτός είναι και ο λόγος της απώθησης μας, όπως και του φόβου μας να αγγιχθεί από εμάς, και να θεωρείται μάλιστα και ως «απαγορευμένη ζώνη», ή μη επιτρεπτό να γνωσθεί και να φανερωθεί, εξαιτίας του ηθικοθρησκευτικονοητικού μας συνειδητού συστήματος αξιών. Ακόμα χειρότερα δε, έχει φτάσει να θεωρείται ξένο στα μάτια μας, αποποιούμενοι βεβαίως κατά αυτόν τον τρόπο την οιανδήποτε ευθύνη θα μπορούσε να μας αναλογεί όσον αφορά την δημιουργία και συντήρηση του. Έλα όμως που πρόκειται τελικά για μια «αποθήκη» αχρήστων, (παραγκωνισμένων όπως γράφτηκε και παραπάνω), μη επιτρεπτών καταστάσεων και πραγμάτων, που «δεν κολλάνε» στην εικόνα που έχουμε πιστέψει για τον εαυτό μας, και που απεγνωσμένα μάλιστα προσπαθούμε να πείσουμε και τους άλλους πως είμαστε… Έτσι, διαχωριζόμενο εντελώς από εμάς, αποτελεί τελικά κάτι ξένο και τι άλλο; Κάτι Άκρως απειλητικό!

Αφού όμως όπως είπαμε δεν είναι τίποτε άλλο από δικές μας δημιουργίες, τις μη αποδεκτές, που «δεν ταιριάζουν» με την εικόνα που πιστεύουμε για τον εαυτό μας, σημαίνει πως τελικά, φτάνουμε να φερόμαστε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, αρκεί να παραμένουμε αρνούμενοι αυτή τη σκοτεινή μας πλευρά, αδιαφορώντας βεβαίως (νομίζουμε) για την ύπαρξη της….

Τώρα. Αν από το συνειδητό, δεν εισχωρήσουμε όμως στο υποσυνείδητο, δεν το «φωτίσουμε» δηλαδή με τη λάμψη (το φως) της κατανόησης μας, ποτέ δεν θα αντιληφθούμε αληθινά πως η αληθινή μας ύπαρξη είναι πέραν των διανοητικών διαχωρισμών περί κακού-καλού, και πάντα θα θεωρούμε πως εμείς ζούμε στο θετικό, ενώ όλοι «οι άλλοι» ή, «οι άλλοι» είναι το αρνητικό, το «κακό», «έξω από εμάς», ενώ αυτό ακριβώς το αρνητικό μέρος που απωθούμε, ζει, εδρεύει, και μεγαλώνει μέσα μας, ακριβώς εξαιτίας της καταστολής του…  

Έτσι από φόβο, θα έχουμε την αίσθηση πως το περιβάλλον είναι μόνιμα απειλητικό και κακό για μας, ενώ, απειλούμαστε ανά πάσα στιγμή, μονάχα από τις δικές μας δημιουργημένες ψευδαισθήσεις.

Κατόπιν, αναγνωρίζοντας το υποσυνείδητο μέρος του εαυτού μας και κατανοώντας το, μόνο τότε είμαστε πλέον σε θέση να ανακαλύψουμε, αναγνωρίζουμε, τις πτυχές του ασυνειδήτου που είναι ικανές να μας διευρύνουν... Αλλιώς νωρίτερα, σε κάθε μας προσπάθεια, θα «ξοδεύουμε» την ενέργεια μας μονάχα για να «πείσουμε» τον εαυτό μας (και τους άλλους) για την καθαρότητα των προθέσεων μας αλλά μέσα μας, πάντα θα υπάρχει μία, ή και περισσότερες πληγές, των οποίων αρνούμαστε την ύπαρξη, ενώ είναι εκεί, και περιμένουν την κατανόηση μας…

Αυτό είναι το όλο θέμα…


Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΤΟΥ «ΒΛΕΠΕΙΝ»

Όλες οι πίστεις για μας, τον κόσμο γύρω μας, τα πράγματα, είναι απλώς… θεωρήσεις. Θεωρήσεις, από τις οποίες φτιάχνουμε θεωρίες, ανάλογες με την λογική σκέψη που συμπληρώνεται από τα παρουσιαζόμενα του φαινόμενου κόσμου. Όπως το λέει όμως η λέξη, «φαινόμενου» κόσμου, δεν είναι τίποτε άλλο από αυτό που μόνο φαίνεται, αλλά, είναι όμως και έτσι;

Από την εμπειρία μου, και τις βιωματικές μου αποκαλύψεις διαπίστωσα στην πάροδο του χρόνου ότι ενώ ναι, είναι έτσι, είναι η αλήθεια ως προς το παρόν πεδίο, το θέμα έχει να κάνει με το τι σημαίνει για τον καθένα μας όμως αλήθεια «αυτού που βλέπουμε» τελικά, και όχι το ποια είναι η αντικειμενική αλήθεια, και το τι σημαίνει αντικειμενική αλήθεια.

Γιατί το τι είναι αλήθεια, πραγματικότητα, δεν τον απασχολεί τελικά κανέναν, γιατί απλά, δεν βλέπουμε αυτήν την αλήθεια. Την καθολική. Δεν μπορούμε να τη δούμε. Υπό αυτή την έννοια ότι κι αν δούμε είναι ένα ψέμα. Όχι ως γεγονός όμως. Μην μπερδέψουμε τα πράγματα. Είναι ψέμα, ως προς τη «βαρύτητα» ή τη «θέση» που θα έχει μέσα μας σε σχέση με τον επηρεασμό της όλης μας ψυχολογίας από αυτό που παρουσιάζεται. Διότι φτάνουν όλα τα φαινόμενα, να αφορούν το τι «σημαίνουν» για μας ως προς το τι «νομίζουμε» προσωπικά ο καθένας μας γι’ αυτά. Για ίδια οπότε διαδραματιζόμενα γεγονότα, αντικείμενα, ανθρώπους, εγώ, εσύ, ο άλλος και ο κάθε άλλος, φτάνουμε να τα αντιμετωπίζουμε και να τα βλέπουμε υπό το πρίσμα του δικού μας «προσωπικού» κόσμου ο καθένας μας, και όχι υπό το πρίσμα της αντικειμενικής πραγματικότητας που έχουν ως αυτό που είναι, και τέλος!

Αυτό σημαίνει πως για ένα γεγονός, εσώτερα ο καθένας μας, βγάζει τελείως διαφορετικά συμπεράσματα κι αυτό, για το ίδιο γεγονός, που (μόνο) θεωρητικά ως ίδιο το βλέπουμε όλοι.  Ενώ αυτό το γεγονός, η κατάσταση, ή το άτομο μπρος μας, είναι μεν αυτό που είναι, (αυτό που φαίνεται, όπως φαίνεται, αντικειμενικά, καθαρά,) μέσα μας, προστίθενται οι «σκέψεις μας» γι’ αυτό, (οι πεποιθήσεις μας, τα όρια μας, όλες οι παρελθούσες μας εμπειρίες, παρόμοια περιστατικά και η καταγραφή της κατάληξης αυτών) και τελικά, σε αυτές τις σκέψεις «μονάχα» βασιζόμαστε ως προς την τελική κρίση μας για ότι μα ότι κι αν αντικρίζουμε ή ζούμε, και όχι στην αλήθεια που το αφορά αυτή καθαυτή.

Άρα, «νομίζουμε» πως βλέπουμε καθαρά αυτό που φαίνεται μπρος στα μάτια μας, αλλά τελικά, καμία σχέση. Κι αυτό, γιατί είμαστε τόσο ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΑ ταυτισμένοι με τις υποσυνείδητες (χωρίς να το καταλαβαίνουμε) καταγραφές μας, που το συμπέρασμα που βγάζουμε για το κάθε τι που συμβαίνει, αφορά μία έγκριση ή απόρριψή του, βασιζόμενοι όχι σε αντικειμενικότητα, αλλά σε μία υπόγεια ακαριαία δεδομένη λειτουργία μέσα μας, που αποτελείται από έναν καθορισμό και προγραμματισμό, εξαιτίας του οποίου δρούμε  γενικότερα, όσων αφορά τους άλλους, τις καταστάσεις, εμάς, και γενικότερα τη ζωή μας.

Και τι κάνουμε επίσης; Εγκρίνοντας αυτό που βλέπουμε, αυτόματα το καταχωρούμε ως σωστό, και απορρίπτοντας το, ως λάθος. Προς τι όμως αυτή η κατηγοριοποίηση; Δεν μπορούμε κάτι να το δεχτούμε απλά και μόνο ως «γεγονός», μη χρωματίζοντας το, και μη βγάζοντας καθολικές απόψεις;

Όχι. Δεν μπορούμε. Δεν έχουμε μάθει κατ’ αρχήν να κάνουμε κάτι τέτοιο. Ότι φαίνεται λοιπόν, δεν είναι για μας και αυτό που είναι αντικειμενικά, γιατί το τι ακριβώς είναι, τι σημαίνει δηλαδή όπως είπαμε για μας, καθορίζεται από το μηχανισμό μέσα μας μέσα από τον οποίο καταλήγουμε σε συμπεράσματα ως προς αυτό και τελικά δεν αποφασίζουμε εμείς, αλλά ο μηχανισμός αυτός μέσα μας αποφασίζει για μας. Και όπως ήδη αναφέρθηκε αφού, είτε το καταχωρούμε ως σωστό και το πρεσβεύουμε, και ως λάθος και το απορρίπτουμε, (κι αυτή είναι η συνήθης λειτουργία του μηχανισμού), είτε, το εξετάζουμε μέσα μας υπό το πρίσμα μιας άλλης λειτουργίας, που ουδεμία σχέση έχει όμως με τη διαδικασία της σκέψης, και της παρακαταθήκης του προαναφερθέντος μηχανισμού.

Δεν παίρνουμε λοιπόν το σωστό ως τον έναν πόλο, και το λάθος, ως τον αντίθετο του, αλλά αντιμετωπίζουμε «την άποψη μας» γι’ αυτό, (δηλαδή είτε το θεωρούμε σωστό είτε λάθος, και τα δύο αυτά μαζί) ως τον έναν πόλο, με τον άλλο πόλο να έχει να κάνει με μία εντελώς διαφορετική κατάσταση «κοιτάγματος», που ουδεμία σχέση έχει με την έννοια του «σωστού», ή του «λάθους».

Γιατί μέσα μας, υπάρχει μία τέτοια δυνατότητα. Έχει να κάνει με δυνατότητα, γιατί αφορά  ανάπτυξη της ώστε να μπορεί να λειτουργήσει. Αφορά, ένα κοίταγμα ακαριαίο, χωρίς την ύπαρξη καμίας απολύτως διαδικασίας, ή μηχανισμού που πρέπει να λειτουργήσει υπόγεια (όπως το υποσυνείδητο) ώστε να μας κατευθύνει. Αυτό το κοίταγμα, δεν προτίθεται να σταθεί στην επιφανειακότατα όμως των νοητικών συνειρμών, ως το αποτέλεσμα υποσυνείδητων κατευθύνσεων, αλλά τι γίνεται; Αφορά, την «παράκαμψη» της διαδικασίας της σκέψης, μια και όπως είπαμε με τη σκέψη καταλήγουμε είτε σε κάτι «σωστό», είτε σε κάτι «λάθος», αλλά όχι σε κάτι «αληθινό». Γιατί αληθινό δεν είναι ούτε το σωστό, ούτε και το λάθος αλλά κάτι πέραν και από τα δύο. Βασικά, έχει να κάνει με ένα είδος ….«βύθισης».

Άγνωστη βέβαια η βύθιση από τη νόηση του ανθρώπου γιατί η νόηση λειτουργεί, μονάχα επιφανειακά. Είναι σαν οι σκέψεις να έχουν να κάνουν με τα σύννεφα, και σε αυτές να  ανήκουν και τα συμπεράσματα περί σωστού και λάθους και η βύθιση, να έχει να κάνει με τον ουρανό που βρίσκεται πάντα πίσω από τα σύννεφα. Είτε είναι πολλά, είτε λίγα, είτε «βαριά», είτε ανάλαφρα αυτά τα σύννεφα. Υπάρχει λοιπόν περίπτωση τα σύννεφα να έχουν ποτέ τη δυνατότητα «να συλλάβουν» τη λειτουργία του ουρανού; Όχι βέβαια.

Η σκέψη βασικά, μια και η γενικότερη διαδικασία της είναι συνειρμική, αφορά αντίδραση στις καταστάσεις, από κάτι που προηγήθηκε στο παρελθόν και έχει καταχωρηθεί, άρα, δεν αποτελεί ποτέ εσωτερικά, λειτουργία ως δράση μέσα στον άνθρωπο. Αφού έχει προηγηθεί κάτι άλλο, δεν αποτελεί ξεκάθαρα «αντίδραση»; Φυσικά! Απλά με τις σκέψεις μας αντιδρούμε μέσα μας, και εφόσον ερχόμαστε σε επαφή με τους άλλους ανθρώπους με τις θέσεις αυτών των σκέψεων μας, δρούμε με αυτές στο εξωτερικό περιβάλλον. Δρούμε έξω, αφού έχουμε «αντιδράσει» μέσα μας μέσω συνειρμών. Εσωτερικά λοιπόν η στάση μας, είναι πάντα ανταποκρινόμενη ως προς κάτι άλλο, συνήθως που θα έρθει, έξω από εμάς. Ένα φαινόμενο, το οποίο θα «κρίνουμε», ανάλογα τις καταγραφές μας που θα ερεθίσει. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι είναι πάντα προβλέψιμοι….

Το κοίταγμα όμως για το οποίο συζητάμε, αφορά, ξεκάθαρα μία δράση εσωτερική. Μία δράση όμως, που κανείς δεν μπορεί να δει, να διαπιστώσει ότι μας συμβαίνει, οπότε και να μας «τσεκάρει» ως προς αυτή.

Έχει να κάνει κατ’ αρχήν με ένα σταμάτημα μας, όλων των υπόλοιπων εσώτερων διαδικασιών, που το ίδιο αυτό σταμάτημα, αναπτύσσει με τη σειρά του ένα «χώρο» μέσα μας. Έναν άδειο χώρο, (από όλες τις υπόλοιπες συνειρμικές διαδικασίες και σκέψεις όπως είπαμε αφού έχουν σταματήσει), μέσα από τον οποίο θα μπορέσουμε «να δούμε», ….αλλιώς.

Αδειάζουμε λοιπόν κατά πρώτον. Καί από ιδέες, καί από πεποιθήσεις, καί από συναισθήματα. Ή αν θέλετε, τα αφήνουμε προσωρινά στην άκρη. Πατάμε «παύση» σε αυτά, αν το δούμε και υπό αυτήν την έννοια. Γιατί, και είναι λογικό, πως μπορούμε αντικειμενικά να δούμε κάτι, όταν ήδη έχουμε σχηματισμένες απόψεις οι οποίες και θα καθορίσουν ότι μα ότι κι αν κοιτάξουμε, μια και θα το «χρωματίσουν» ανάλογα με αυτές;

Αδειάζουμε λοιπόν, πατάμε παύση σε όλα, και ανοίγουμε αυτόν τον χώρο. Είναι αίσθηση. Πάμε δηλαδή, σε εσωτερικές αισθήσεις, πέραν των αισθημάτων που έχουμε συνηθίσει ως λύπη, χαρά κλπ. Έναν χώρο στον οποίο αισθανόμενοι, βιώνουμε πως δεν υπάρχει σε αυτόν, τίποτα μα τίποτα απολύτως. Είναι βασικό να το νιώσουμε αυτό. Πλήρες…κενό. Σαν γενική καθαριότητα ένα πράγμα…

Στη συνέχεια, εστιάζουμε την προσοχή μας, (πολύ μεγάλο «εργαλείο» η προσοχή), στο εν λόγο ζήτημα, πρόσωπο, κατάσταση, (και μόνο σε αυτό), και απλώς, το βλέπουμε όπως παρουσιάζεται. Ποια τα φαινόμενα δεδομένα του, και τι ακριβώς έχει συμβεί ως κατάσταση που το αφορά. Ξαναλέω, μόνο το βλέπουμε. Δεν κρίνουμε, δεν παίρνουμε θέση, δεν συγκρίνουμε, δεν νιώθουμε τίποτα εξαιτίας του (συνειδητά). Και ακριβώς σε αυτή τη φάση, κοιτάμε, (εστιάζοντας την προσοχή μας) σε αυτόν τον κενό χώρο που «δημιουργήσαμε» είπαμε πρωτύτερα, βλέποντας, στο «τι ακριβώς μας κάνει», αυτό το οποίο εξετάζουμε. Όχι διανοητικά. Όχι, «τι σκέψεις» έχουμε γι’ αυτό, αλλά ούτε και τι συναισθήματα μας προκαλούνται από αυτό.

Τα συναισθήματα ως προς αυτό, ξεκινούν από την προαναφερθείσα κατάληξη μας ως προς το εξεταζόμενο, καταχαρούμενο στην κατηγορία της έγκρισης ή της απόρριψης άρα, στην κατηγορία του «μ’ αρέσει» - «δε μ’ αρέσει», που σημαίνει έχουμε πάρει ήδη «θέση». Εδώ συζητώ να δούμε τι νιώθουμε ως προς αυτό, μη έχοντας πάρει γι’ αυτό, καμία απολύτως θέση. Απλώς, το εξετάζουμε. Γιατί αν έχουμε συναίσθημα ως προς αυτό, ήδη έχουμε καταλήξει σε συμπέρασμα ενώ το ζητούμενο είναι «το ψάξιμο» του. Το απλώς, κοίταγμα του.

Με αυτή τη στάση, κάποια στιγμή, θα νιώσουμε, κάτι μέσα μας ας το πούμε «να ανθίζει», (αυτή είναι η αρχική αίσθηση). Αυτό το άνθισμα, είναι η «αίσθηση» που έχουμε γι’ αυτό, η οποία περιλαμβάνει και πληροφορίες μέσα της οι οποίες και το αφορούν.

Καλή «προπόνηση» θεωρώ πως είναι να προσπαθήσουμε «να αισθανθούμε» ένα δέντρο, ή ένα φυτό αρχικά, για να «γνωρίσουμε» αυτή την αίσθηση. Όχι όμως ένα ζωντανό πλάσμα όπως το σκυλάκι μας, γιατί αυτό δεν είναι κάτι στατικό, οπότε θα μας μπερδέψει στα αρχικά τουλάχιστον βήματα, που δεν έχουμε εξοικειωθεί, μάθει να ζούμε με αυτήν την αίσθηση - λειτουργία. Το δέντρο όμως, που ενώ είναι κάτι ζωντανό που δεν κινείται, και δεν διαφοροποιείται εξωτερικά, είναι ιδανικό ως πεδίο της «προπόνησης» μας. Έχοντας λοιπόν «ανοίξει» χώρο μέσα μας, αποκλείοντας όπως είπαμε πρωτύτερα οτιδήποτε άλλο, αισθανόμενοι μονάχα το δέντρο, «συνδεόμαστε» μαζί του καθαρά, και μπορούμε, (και πάλι στα αρχικά στάδια για να εξοικειωθούμε) να χρησιμοποιήσουμε υποβοηθητικά και κάποιες ερωτήσεις ως προς το «κοίταγμα» μας. Αν νιώθει το δέντρο καλά με τη θέση του, αν είναι χαρούμενο, αν είναι σοβαρό, αν αντιλαμβάνεται την παρουσία μας, και ότι άλλο μας βγει, αφήνοντας να «μας μιλήσει» η αίσθηση μας γι’ αυτό….

Αν σας φαίνεται γραφικό όλο αυτό, (εννοώ για το δέντρο), μην δοκιμάσετε καν να το προσπαθήσετε, μια και ήδη έχετε αποκλείσει με τον προγραμματισμό σας στον εαυτό σας αυτή τη δυνατότητα… Προσωπικά, αποκλείω μονάχα, ότι έχω κάνει πράξη η ίδια ειδάλλως, δεν έχω το δικαίωμα να απορρίψω το οτιδήποτε, γιατί δεν είμαι γνώστης του!

Η ουσία εδώ, είναι πάντως, να καταλάβουμε πως όσο είμαστε στα δικά μας γνωστά δεδομένα αντίληψης, (που όλα περιστρέφονται γύρω από τη διανοητική λειτουργία), είναι αδύνατον να συλλάβουμε, άλλου είδους αισθήσεις, δυνατότητες αντίληψης του εαυτού μας, και γιατί όχι, δυνάμεις μέσα μας. Για να δούμε όμως κάτι άλλο, για να γνωρίσουμε κάτι άλλο, πρέπει, να αφήσουμε αυτό που χρησιμοποιούσαμε ως τώρα, αλλιώς, είμαστε ακόμα σε αυτό που ξέρουμε ήδη, άρα στους καθορισμούς μας.

Βέβαια, περνάμε κάποια στιγμή, από το να δούμε πως είμαστε, πως ήμασταν μέχρι πριν από αυτήν τη στιγμή και πίσω στο χρόνο, αλλά αυτό, είτε πρέπει να γίνει από τη θέση τη νέα, απορρίπτοντας, ή όπως προείπα αφήνοντας στην άκρη όλα τα προηγούμενα, είτε σιγά σιγά, ανακαλύπτοντας, βλέποντας και παρατηρώντας, «τι κάνουμε» ανά πάσα στιγμή, ποια τα κίνητρα μας, και ποια η αλήθεια μας. Κυρίως ψάχνοντας βεβαίως τα υποσυνείδητα δεδομένα κι αυτό μπορούμε να το δούμε και να το ανακαλύψουμε, σε κάθε τι για το οποίο νιώθουμε ακόμα και την παραμικρότερη δυσφορία.

Το προχώρημα μας όμως, αναγνωρίζεται πάντα σε κάτι, ή από κάτι, νέο, που κάνοντας το μας προάγει γιατί κατά τη συνέχεια, όλο και καινούριες διαπιστώσεις συναντάμε, όχι με την πεπατημένη λοιπόν, και ποτέ εκ του ασφαλούς, κρατώντας μόνιμα μονάχα τα γνωστά. Γιατί μονάχα στην πράξη τελικά μπορούμε να βιώνουμε. Γιατί η πράξη, και το βίωμα της, δεν είναι θύμηση. Και ισχύει μόνο στον παρόντα χρόνο. Δεν μπορεί να βίωσα κάτι προχθές για το οποίο να ένιωσα υπέροχα, «και να το μεταφέρω» στο σήμερα μου. Μόνο, να το βιώσω εκ’ νέου, ολοκαίνουριο τώρα μπορώ, και απλά η σκέψη μου, να με ενημερώσει ότι το γνωρίζω, αλλά τώρα το νιώθω. Διότι το χθες είναι χθες, και το προχθές - προχθές.

Το ζητούμενο είναι να μπορώ, να βιώνω κάθε τι, κάθε στιγμή που; Στον ΑΔΕΙΟ ΧΩΡΟ! Όχι να «διανοούμαι», ως προς αυτό γιατί αυτό κάνουμε. Να βιώνουμε πρέπει. Και να νιώθουμε αυτό που βιώνουμε. Όντες, ανά πάσα στιγμή χωρίς την οποιανδήποτε καταγραφή! Να έχουμε λοιπόν μνήμη, αλλά όχι παρελθόν χρειάζεται. Όχι παρελθόν που να μας καθορίζει, και να το κουβαλάμε ως «βάρος». Τότε μονάχα θα βρισκόμαστε σε μία αντιληπτική θέση τελείως διαφορετική από αυτή της νοητικής γνωστής διαδικασίας που καταχωρεί, κατηγοριοποιεί, κρίνει, οπότε και διαστρεβλώνει την αντίληψη μας για την πραγματικότητα.

Σε αυτό στηρίζεται και το ότι «όπως σκέφτεται» κάποιος για τη ζωή του «έτσι και είναι»! Γιατί, χρησιμοποιώντας την εμπειρία του παρελθόντος του, αποφασίζει και βλέπει, μόνο «μέσα» από το μυαλό. Τη λογική σκέψη. Την «flat» οπτική, που αποκλείει οτιδήποτε πέραν αυτών που έχουν συμβεί, με το βάρος όμως που κουβαλάνε, το οποίο ο ίδιος έχει προσάψει στον εαυτό του.

Το σημαντικό εδώ, σε όλο αυτό που περιγράφηκε, δεν είναι να χρησιμοποιηθεί, για να βλέπουμε μόνο τι ισχύει βαθύτερα στα πάντα γύρω μας, αλλά, στο να ανακαλύψουμε και να διαπιστώσουμε στην πράξη ο καθένας μέσα του πως αυτή η αίσθηση, αυτή η «φωνούλα», είναι πάλι μία φωνή δική μας! Και πως, αφορά, ένα βαθύτερο μέρος του εαυτού μας, το οποίο είναι απαλλαγμένο όμως από τις πεποιθήσεις και τους προγραμματισμούς που μας έχουν κάνει όλους μας να λειτουργούμε σαν «ζόμπι».


Δεν θα σας μιλήσω μεταφυσικά ότι υπάρχει ένα ανώτερο εγώ ή ένας ανώτερος εαυτός κλπ (αν και το έκανα πολλές φορές στο παρελθόν), αλλά θα σας πω, πως υπάρχουν λειτουργιές μας, οι οποίες ακόμα και στο μεταφυσικό χώρο να εδράζουν, δεν παύουν να μπορούν να βιωθούν από εμάς εδώ, τώρα, και τις οποίες μπορούμε, (έχουμε αυτή τη δυνατότητα) να τις εντάξουμε στην καθημερινότητα μας, εφόσον διευκολύνουν τη ζωή μας, τις σχέσεις μας με αυτούς που αγαπάμε, κι εμάς τους ίδιους στο πως αισθανόμαστε καί για τον εαυτό μας, καί για τα πάντα γύρω μας, με λίγα λόγια, που μας οδηγούν στη γαλήνη, τη χαρά και γιατί όχι την ευτυχία. Από εμάς μονάχα εξαρτάται. Από κανέναν άλλον, και από τίποτα.


ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΩΣ ΜΙΑ «ΑΛΛΗ» ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Ελευθερία, η αγαλλίαση της Ψυχής μας που δίνει την αίσθηση πως ζούμε αισθαντικά σε μία «άπλα» τεράστιας αγκαλιάς που απείρως μας υπερβαίνει όλους μας και Αγάπη, η αίσθηση της προστασίας αυτής της αγκαλιάς που φτάνει τα όρια της ευδαιμονίας, ότι κι αν γίνεται μέσα μας, ή έξω από εμάς. Τα δύο αυτά μόνο μαζί υπάρχουν, και δεν μπορεί να σταθεί το ένα, χωρίς να κρατά σφιχτά το χέρι του άλλου...

Αυτό σημαίνει πως μόνος «αντίπαλος» μας στη ζωή είναι ότι «μας χαλάει», ότι μας ταυτίζει με «γνώμες» με «πλευρές» και με «απόψεις» περί δικαίου και αδίκου, μέχρι να φτάσουμε κάποια στιγμή σε ατομικό επίπεδο ο καθένας μας, να μην μας χαλάει πια….τίποτα.

Υπό αυτή την έννοια όλα τα χαρακτηριζόμενα άσχημα, ή εμπόδια της ζωής μας είναι ο «δείκτης» του «πού» είμαστε ανά πάσα στιγμή, και σε «τι» είναι αναγκαίο να εργαστούμε. Γιατί όλα όσα μας απομακρύνουν από την Αληθινή Αγάπη και Ελευθερία αφορούν προσωπικές συνειδητές και υποσυνείδητες πεποιθήσεις, απόψεις και θέσεις, όπως, και «γνώμες» δικές μας, ή «γνώμες άλλων» που έχουμε ασπαστεί ως δικές μας, και όχι η πραγματική διάσταση που έχουν τα πάντα σ’ ένα σύμπαν το οποίο δεν νοιάζεται ποτέ για ένα μονάχα λουλούδι, αλλά για το τι πρέπει να γίνεται ώστε να έρχεται η άνοιξη, και να διεξάγονται αρμονικά οι εποχές, δηλαδή οι κύκλοι της ζωής σε μακρόκοσμο, και μικρόκοσμο, που είναι ουσιαστικά το ένα και το αυτό...

Έτσι ο Δρόμος της Εσωτερικής Πνευματικής ανάπτυξης, περνάει μέσα από τον τρόπο Διαχείρισης αυτών που ούτως ή άλλος συμβαίνουν, εκμεταλλευόμενα από εμάς ώστε να τα υπερβαίνουμε, διότι γι’ αυτό ακριβώς υπάρχουν, και γι’ αυτό υπάρχουμε κι εμείς εδώ… Γινόμενοι οπότε Κύριοι της ύλης, του συναισθήματος και της σκέψης, δηλαδή της τριπλής διάστασης του ανθρώπου, ανοίγεται ο Δρόμος ακόμα πιο πέρα... Μόνο τότε.

Το σήμερα, είναι η «μαγιά» του αύριο και το χθες, η «κοπριά» του σήμερα. Καταλαβαίνουμε λοιπόν από αυτό τι ζούμε όταν εξακολουθούμε να διαιωνίζουμε και να υπάρχουμε με το χθες, μετατοπίζοντας το στο κάθε σήμερα μας…

Η πορεία όμως, η αληθινή πορεία του Ανθρώπου, δεν αφορά μόνο τα της ύλης και της υλικής μας ζωής τα οποία έχουμε αναγάγει ως κυρίαρχα στη ζωή μας. Υπάρχει και η Πνευματική διάσταση στην οποία εισερχόμαστε, μονάχα αφού αντιληφθούμε τι είναι πραγματικά η «φαινομενική» ζωή, τι κάνει σε εμάς ζώντας την, και τί είμαστε εμείς μέσα της. Κατόπιν, αφού αυτά τα διαπιστώσουμε σε βάθος και τα κατανοήσουμε βιώνοντας τα, έρχεται ως αποτέλεσμα, ως στάδιο ωρίμανσης πια ότι μαθαίνουμε να διευθετούμε τη ζωή μας στο φαινομενικό επίπεδο του σώματος με τέτοιο τρόπο, που φτάνει να καθιστά πλέον για μας αυτή η καινούρια προσέγγιση μια νέα αφετηρία, και στη συνέχεια τον «βατήρα», τον οποίο κατόπιν χρησιμοποιούμε για παραπέρα…

Η «γνώση» όμως γι’ αυτό το παρά πέρα, είναι και πάλι βιωματική. Εσωτερική. Καθαρά προσωπική. Και είναι μία γνώση η οποία δεν θα χωρέσει ποτέ σε κανένα βιβλίο, δεν θα μας την πει κανένας άνθρωπος, και δεν θα την βρούμε έξω από εμάς. Έρχεται ως εμπειρία μιας φυσικής αβίαστης συνέχειας, η οποία φυσικά δεν «ελέγχεται» ούτε από το μυαλό μας, ούτε από εμάς, ούτε από κάποιον... Αλλά και ούτε είναι κάτι που «μαθαίνεται» βεβαίως γιατί υπεισέρχεται πλέον η συνείδηση μας σε ανεξερεύνητα βάθη ή ύψη, τα οποία  ξεφεύγουν απείρως από οτιδήποτε θα μπορούσαμε ποτέ να έχουμε τη δυνατότητα να γνωρίσουμε στης ύλης τη ζωή γιατί δεν υπάρχει άλλη πηγή με τους γνωστούς τρόπους αναζήτησης μας, από την πηγή που γιγνώσκεται με τη βουτιά στο «κενό», ως παράγωγο της ωρίμανσης μας.

Μόνο Ατομικά είμαστε σε θέση να μας δοθεί και τη μαθαίνουμε ακριβώς τη στιγμή που τη ζούμε, γιατί αφορά καί αισθήσεις, καί πληροφορίες ταυτόχρονα, δίχως όμως να είναι δυνατή η θύμηση της ως προς κάποια αναπαραγωγική διαδικασία γιατί κατ’ αρχήν, δεν είναι διαδικασία. Μόνο να τη ζούμε μπορούμε στο παρόν, χωρίς να μεταφέρεται, ή να μοιράζεται, ώστε να είναι σε θέση να κοινοποιηθεί. Όχι επειδή αφορά κάποιο απόκρυφο μυστικό, αλλά επειδή τα του κόσμου τα μέσα, αδυνατούν να την προσεγγίσουν, πόσο μάλλον να την περιγράψουν ξεδιπλώνοντας την, τεμαχίζοντας την, ή τοποθετώντας την «σε κουτάκια» θεωριών.

Αυτή τη Γνώση, όταν ξεφεύγουμε από τις πέντε αισθήσεις και το μυαλό, και περνάμε σε εσωτερικές καθαρά αισθήσεις, μόνο βιώνοντας την και οι δυο μας, είμαστε σε θέση να μπορούμε ο ένας, να κατανοήσει απόλυτα τον άλλον. Τότε η «γλώσσα», είναι δείκτης κατεύθυνσης του που να στρεφόμαστε μέσα για να συνεννοούμαστε αλλά τα ίδια τα λόγια, δεν λένε τίποτα. Κάποιος που θα μπορούσε να μας παρατηρεί, δεν θα μπορούσε να μας κατανοήσει…

Αν δεν μιλάμε από αυτήν, τότε, δεν είμαστε σε κοινό πεδίο, αλλά ο καθείς κοιτά μέσα από το πρίσμα του κάθε δικού του κόσμου, κι ας ζούμε «εξωτερικά» υποτίθεται στον ίδιο κόσμο. Είναι μόνο φαινομενικά ο ίδιος κόσμος. Τα φαινόμενα δηλαδή είναι αυτά που παραμένουν ίδια αλλά η αντίληψη μας, άρα και η προσέγγιση για τα φαινόμενα αυτά, όπως και η επίγνωση ως προς τον εαυτό μας και τους άλλους, απείρως διαφέρουν.

Σ’ έναν κόσμο λοιπόν Αγάπης και Ελευθερίας, ο μόνος μας αγώνας είναι το ξεπέρασμα όλων των εμποδίων που μας απομακρύνουν από αυτόν, γιατί οι ίδιοι ταυτιζόμαστε ή αρκούμαστε σε λιγότερα, μη πιστεύοντας τις περισσότερες φορές καν την ύπαρξη ενός τέτοιου κόσμου. Κι όμως υπάρχει! Υπάρχουν κι άλλα, πολλά άλλα, που η ανθρώπινη αλαζονεία από τη μια ως το ένα άκρο, ή αντίθετα η ανασφάλεια και η μικρότητα με την οποία είναι ταυτισμένοι οι άνθρωποι ως το άλλο άκρο, είναι και αυτά που εμποδίζουν τον άνθρωπο από το να δεχτεί έστω και την ύπαρξη ενός τέτοιου κόσμου, πόσο μάλλον να τον αναζητήσει. Κι αν τον αναζητήσει, το κάνει έξω του. Όχι στο πως να νιώθει εντός του, και με τι είναι ταυτισμένος, αλλά με τι ισχύει έξω στις κυβερνήσεις, στα γήπεδα, στην κοινωνία την οποία ζει. Γι’ αυτό ακριβώς και είναι απαραίτητη όμως πρώτα η απόταυτοποίηση μας από το «εγώ», την προσωπικότητα με την οποία είμαστε ένα ως τον εαυτό μας, που ευθύνεται για την δημιουργία ενός τέτοιου εξωτερικού κόσμου όπως τον κόσμο που γνωρίζουμε και ζούμε, μα έχοντας υπ’ όψιν μας πως αυτό το «εγώ» δεν είναι ικανό από τη φύση του να βιώσει και να ζήσει ποτέ του ούτε Ελευθερία, ούτε φυσικά και Αγάπη... Να ο λόγος που ο εξωτερικός κόσμος είναι ο τραγικός κόσμος που γνωρίζουμε. Γιατί μέσα του ο άνθρωπος, δεν λειτουργεί με καμία εσωτερική ή ανώτερη ποιότητα παρά μόνο με το «εγώ» του!

Υπάρχει αυτός ο κόσμος όμως μια και υπάρχουν άνθρωποι και χιλιάδων χρόνων αρχεία που το καταγράφουν... Ο μόνος τρόπος για να το διαπιστώσουμε, όλοι μας, είναι όχι η ακαδημαϊκή ή άλλου είδους εξωτερική έρευνα, αλλά η αναζήτηση εντός μας, ώστε να καταστούμε αυτόπτες μάρτυρες επιβεβαίωσης του, ή απόρριψης αυτού. Αν η αναζήτηση μας δεν είναι τέτοιου είδους είναι άκυρη, γιατί αφορά το: «όσα δεν φτάνει η αλεπού»… Δεν μπορούμε να απορρίπτουμε αυτό που δεν γνωρίζουμε «ιδίοις όμμασι». Μπορούμε να κρίνουμε, μόνο αυτό που θα καταλάβουμε, που θα δούμε, που θα αγγίξουμε, που θα νιώσουμε, που θα βιώσουμε….

Με δύο όμως μοναδικούς όρους:
1.Να γίνει το κυρίαρχο μέλημα μας, και στόχος μας στη ζωή και
2.Να μη σταματήσουμε ποτέ την αναζήτηση, την προσπάθεια, την έρευνα, την εις την πράξη εργασία, μέχρι να φτάσουμε. Που; Εκεί που θα διαψεύσουμε, ή θα επιβεβαιώσουμε τα όσα ακούμε ή διαβάζουμε και εκεί, που για την ανθρώπινη φύση τελικά είναι ο στόχος, και μια νέα αφετηρία, για ακόμα μακρύτερη πορεία…

Ποιος το πιστεύει όμως;

Αυτός που το πιστεύει, ήδη έχει κάνει το πρώτο βήμα…

ΕΠΙΛΕΓΩ ΝΑ ΘΥΜΩΝΩ; ΝΑΙ, ΟΠΩΣ & ΟΛΑ ΟΣΑ ΚΑΝΩ, ΑΙΣΘΑΝΟΜΑΙ, ΣΚΈΦΤΟΜΑΙ...

Το ζήτημα της αυτογνωσίας για να κατανοήσω, και να αποδεχτώ στον εαυτό μου πράγματα που αδυνατώ να παραδεχθώ ότι έχω ενώ λειτουργούν ερήμην μου, και γι’ αυτό το λόγο πληγώνομαι, ή πονάω, και δεν μπορώ να τα ξεπεράσω, δεν έχει να κάνει (ή δεν πρέπει να έχει να κάνει) με μια ξερή πληροφορία για μένα, δηλαδή το να γνωρίζω απλά ότι σε κάποιες περιπτώσεις πχ θυμώνω πολύ εύκολα.

Το ζήτημα είναι, ως κάτι που πρέπει να κάνω για οτιδήποτε που δεν με κάνει να νιώθω καλά ή με ενοχλεί, το να μπορώ να το διαπιστώνω εμπειρικά. Δηλαδή να αντιλαμβάνομαι και να βλέπω πχ στην περίπτωση του θυμού «τι άσχημα αποτελέσματα μου φέρνει»  στο σώμα, πόσο «βαριά» με κάνει να νιώθω, τι τον ενισχύει μέσα μου ως τις αρνητικές σκέψεις που μου επιβάλει να συλλαμβάνω.  Όλο αυτό, σαφώς με «ρίχνει». Και ακριβώς το πόσο με ρίχνει, είναι αρχικά που πρέπει να «κατανοήσω» και να αποδεχτώ. «Ναι, ο θυμός, μόνο κακό μου κάνει».

Και ποιο είναι το θέμα εδώ; Καταρχήν, ότι παίρνω την προσοχή μου από έξω, δηλαδή από «αυτόν που με θύμωσε», και κατά δεύτερο εξίσου σημαντικό, παύω να «προκαλώ» στον θυμό μου αντίσταση. Δεν τον πολεμάω πια. Αντίθετα τον καλωσορίζω για να τον δω, να τον εξετάσω, να αναγνωρίσω πως το να θυμώνω, δεν μου προσφέρει τίποτα απολύτως αντίθετα, με αποσυντονίζει, με ταράζει, με χαλάει.

Γιατί όμως θυμώνω; Γιατί έχω για παράδειγμα δίκιο σε κάποια περίπτωση, οπότε αναγκαστικά «πρέπει» να θυμώνω; Υπάρχουν κι άλλοι, πολύ πιο υγιείς, λογικοί, και συμφέροντες τρόποι να δηλώσω την άποψη μου στο περιβάλλον για πράγματα που ας πούμε διαφωνώ. Γιατί πρέπει να χαλάσω τη ζαχαρένια μου;

Τι προτιμώ να κάνω λοιπόν; Να εξετάζω το θυμό στην ουσία του, και από τρία μάλιστα διαφορετικά σημεία εστίασης μέσα μου. Από το πως εισπράττεται, συλλαμβάνεται από μένα σωματικά, συναισθηματικά, αλλά και διανοητικά.

Ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να παρατηρεί τον εαυτό του. Είναι το μόνο πλάσμα που μπορεί να το κάνει. Κι αυτό ακριβώς μπορώ, και κάνω με το θυμό. Παρατήρηση, και εξέταση του σε βάθος.

Τι είναι αυτή η δυνατότητα στο δια ταύτα; Είναι το να καταλάβω στην ουσία, πως αυτός που παρατηρεί, (δηλαδή εγώ) και το αντικείμενο της παρατήρησης, (στην προκειμένη ο θυμός), είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Έλα όμως που όταν θυμώνω, έχω ταυτιστεί με το θυμό γινόμενος ο ίδιος ένας θυμός, ενώ, είμαι μονάχα «αυτός» που θυμώνει. Εν τέλη ότι κι αν παρατηρήσω είμαι εγώ, αφού έχω ταυτιστεί με αυτό που παρατηρώ άρα: Είμαι καί αυτός που παρατηρεί τελικά, (εγώ, αυτός που το κάνει όλο αυτό) αλλά καί το αντικείμενο της παρατήρησης μου (δηλαδή ο θυμός). Όμως όταν παρατηρώ το θυμό, διαπιστώνω πως είμαι, γίνομαι, δύο διαφορικά πράγματα. Οπότε τι γίνεται; Η ίδια η παρατήρηση, με διαχωρίζει από αυτό που παρατηρώ, και γι’ αυτό και το έχω «απέναντι» μου και μπορώ να το «βλέπω».

Αυτό με κάνει να βλέπω, πως άλλο είμαι εγώ, και άλλο τελικά ο θυμός, (όταν αυτό το παρατηρήσω και το κατανοήσω όπως είπαμε) οπότε, εκεί ακριβώς διαπιστώνω πως «ΔΕΝ» είμαι στην ουσία ο θυμός. Ταυτίστηκα απλά μαζί του, και πείστηκα, και πίστεψα πως είμαι… Αυτό όμως, τι άλλο σημαίνει; Πως τελικά, έχω την επιλογή, να επιλέξω και το να μην είμαι θυμωμένος, γιατί όπως είπαμε, εγώ είμαι μονάχα αυτός που τον παρατηρεί. Έτσι μπορώ να διαχωρίζω εμένα, από αυτά που βλέπω, που νιώθω, που σκέφτομαι. Η λειτουργία είναι η ίδια και για τα τρία. Να μπορώ να βλέπω τι κοιτάζω, τι νιώθω, και τι σκέψεις συλλαμβάνω. Είμαι, έξω από αυτά όμως, γι’ αυτό και τα βλέπω. Εδώ είναι το μυστικό, κι αυτός είναι ο παρατηρητής!

Με αυτόν τον τρόπο, και είναι και ο μοναδικός, μου δίνεται η δυνατότητα να συλλάβω, πως επιλέγω, αν και υποσυνείδητα τις περισσότερες αν όχι όλες τις φορές να θυμώνω. Επιλέγω! Που σημαίνει πως αν αναγνωρίσω πότε το κάνω, και γιατί, κοιτάζοντας τον θυμό σε βάθος, και εξετάζοντες τα πρόσωπα και τις καταστάσεις που εμπλέκονται σε αυτό μόνο ως σημεία όμως αναφοράς που απλά μου τον διεγείρουν για να τον εκφράσω, έχω τη δυνατότητα ως επιλογή, και να μην θυμώνω.

Αποκόβοντας τον εαυτό μου από το θυμό (αφού δεν είμαι αυτός), επόμενη φορά στις ίδιες συνθήκες, χρειάζεται «να προλάβω» να δω τη στιγμή που γεννάται, και να επιλέξω, όχι μόνο να μην εκδηλωθεί έξω στο περιβάλλον, αλλά πρώτιστα, να μην εστιαστώ σε αυτόν. Γιατί τελικά «συνήθισα» να θυμώνω κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, και καθαρά ενεργειακά, μόνος του πλέον εμφανίζεται μηχανικά, ακριβώς επειδή τον έχω δυναμώσει σε όλες τις προηγούμενες φάσεις που μου βγήκε. Τώρα, χρειάζεται να τον αφήσω να πεθάνει… Χρειάζεται δουλειά από μένα λοιπόν ώστε σιγά σιγά παύοντας να τον «ταΐζω», να αρχίσει να εμφανίζεται όλο και πιο σπάνια μέσα μου... Αυτή είναι η διαδικασία….



Η ΣΤΙΓΜΗ ΤΟΥ ΤΩΡΑ, Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΣΤΙΓΜΗ

Ότι ζούμε σήμερα, είναι αποτέλεσμα της παρελθούσας μας κτήσης και πατώντας σε αυτή, μας δίνεται η δυνατότητα να χτίζουμε το μέλλον μας. Γι’ αυτό είναι απαραίτητο αν σήμερα «δεν είμαστε ευτυχής» να γυρίσουμε πίσω, κατανοώντας το παρελθόν, αν θέλουμε να συνειδητοποιήσουμε πως είμαστε οι μόνοι υπεύθυνοι για τη ζωή μας συνδεδεμένοι με ότι μας συμβαίνει, κι όχι να θεωρούμε ότι είμαστε χωρισμένοι από τα πάντα γύρω μας. Γιατί το να κατανοήσουμε το παρελθόν, σημαίνει το να αποσαφηνίσουμε το πως φτάσαμε εδώ που είμαστε βλέποντας τις ωθήσεις μας, τα συναισθήματα μας, τα πιστεύω μας, τις δράσεις και επιλογές μας. Κοιτάμε, πως όλα είναι  αλληλένδετα μια και το ένα, έφερε το επόμενο του. Γιατί δεν έγινε απότομα αυτό που είμαστε σήμερα, ούτε και η κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε αλλά χτίστηκε. Κι αυτό, βήμα βήμα.
Στην ουσία δεν υπάρχει χρόνος. Όλη η ζωή μας ως σήμερα συνέβη, (και εξακολουθεί να συμβαίνει) «εκτός χρόνου». Μονάχα ο νους μας αντιλαμβάνεται όλη αυτή τη διαδικασία ως «χρόνο». Γιατί στην τελική, έχουμε μόνο την κάθε στιγμή. Με την κάθε στιγμή, να αφορά το κάθε μας βήμα. Δεν ζούμε όμως ολοκληρωτικά αυτό το βήμα. Συσσωρεύουμε διανοητικά πολλά βήματα μαζί, τις στιγμές, κρατώντας μια «σούμα» στιγμών τελικά στο κεφάλι μας με αυτή τη σούμα, να φτάνουμε να τη βλέπουμε συνολικά,  προκαλώντας μας μία εντύπωση. Από αυτήν την εντύπωση στη συνέχεια, βγάζουμε τα συμπεράσματα μας, και κατόπιν «σκεφτόμαστε» για την μετέπειτα πορεία μας. Έλα όμως που μας καθορίζει αυτή η εντύπωση τελικά, και μας εμποδίζει κατά αυτόν τον τρόπο να κοιτάζουμε την κάθε τωρινή στιγμή καθαρά. Δηλαδή «όπως πραγματικά είναι». Την βλέπουμε, μέσα «από τα γυαλιά» της εντυπωμένης σούμας μέσα μας. Έτσι, δεν ζούμε ολοκληρωτικά το τώρα, γιατί δεν έχουμε τη δυνατότητα να δούμε αυτά, που η εντύπωση μας δεν περιλαμβάνει γιατί τα επισκιάζει οπότε,  αποκλείουμε στον εαυτό μας τη δυνατότητα, να ζήσουμε ολοκληρωτικά, και όλες όσες καταστάσεις εντός των στιγμών υπάρχουν.
Στο ζήτημα ύπαρξης του χρόνου και γι’ αυτό θεωρούμε πως υπάρχει, μας μπερδεύει βέβαια και η αλλαγή της φύσης με το άνθισμα της με τη διαβαθμισμένη μεταβολή της από τη γέννηση, την ανάπτυξη, και σιγά σιγά την εξαφάνιση των φαινομένων της με το λεγόμενο μαρασμό (γηρατειά) που οδηγεί σε αυτό που αναγνωρίζουμε ως θάνατο, όπως ακριβώς μας μπερδεύει η διαδοχή της μέρας και νύχτας οπότε λέμε, ο χρόνος είναι αυτός που περνάει…
Όμως η κάθε μα κάθε στιγμή είναι αυτόνομη, και μόνο σε αυτήν μπορούμε να κινούμαστε. Ούτε στο παρελθόν, ούτε στο μέλλον. Γι’ αυτό λέμε και ξαναλέμε πως έχουμε μόνο το τώρα.
Πως εκμεταλλευόμαστε όμως αυτό το τώρα; Πως επιλέγουμε να αξιοποιούμε  το κάθε μας δευτερόλεπτο που είναι η κάθε «στιγμή» την οποία μέχρι να «πιάσουμε», μέχρι να συλλάβουμε έχει ήδη φύγει; Αυτή όμως είναι η ακροβασία στη ζωή! Τόσο λεπτή και ντελικάτη, που είναι αδύνατον «να την αντιληφθούν» τα διανοητικά μας συμπλέγματα που με αυτά λειτουργούμε. (Οι καταχωρημένες εντυπώσεις). Συλλαμβάνεται, μόνο από κάτι άλλο μέσα μας, που ενώ λέγεται ότι είναι «κάτι άλλο», είμαστε πάλι εμείς, όμως χωρίς τις καταχωρήσεις. Κάτι άλλο λέγεται, γιατί έτσι το βλέπουμε, ως ξέχωρο και ξένο από εμάς, μια και δεν το γνωρίζουμε. Δεν το ζούμε. Μόνο όμως με αυτό ως οδηγό, και όχι τα τακτοποιημένα δεδομένα μας έχουμε τη δυνατότητα να «μάθουμε» να «σερφάρουμε» στην κάθε στιγμή που ζούμε, στο λεγόμενο τώρα. Μόνο «ελεύθεροι» από το σουμάρισμα των στιγμών μπορούμε, να συμμετέχουμε στην κάθε μοναδική στιγμή, παύοντας να είμαστε μονάχα οι  θεατές της.
Η ζωή, είναι ένα κύμα. Και ο μόνος τρόπος για να ζούμε αυτό το κύμα, είναι να ριζώσει βαθιά μέσα μας πως (όπως είπαμε ήδη ) το μόνο που έχουμε είναι η κάθε στιγμή, αλλά και πως το μόνο σίγουρο στη ζωή, είναι η αλλαγή. Βιώνουμε την αλλαγή όμως; Ζούμε «στο άγνωστο» κάθε δευτερόλεπτο, ώστε να δίνουμε την δυνατότητα στον εαυτό μας να ζει ως καινούριος, να αντικρίζει τα πάντα ως πρωτοαναγνωριζόμενα, ή είμαστε και παραμένουμε, παγιδευμένοι στις εντυπώσεις που κρατάμε, ανασφαλείς και τρομοκρατημένοι; Η ζωή προχωρά. Εμείς; 

ΑΣΦΑΛΕΙΑ, ΑΞΙΑ, ΑΓΑΠΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Αν κοιτάξουμε λίγο στο τι διαδραματίζεται στη ζωή μας και τι δεν μας  ευχαριστεί σε αυτήν, θα δούμε πως όλα όσα θέλουμε να διατηρούμε και γι’ αυτό και τα συντηρούμε, και όλα όσα θέλουμε να αποκτήσουμε και γ’ αυτά και αγωνιζόμαστε, δεν τα θέλουμε τελικά πραγματικά τα ίδια, αλλά τα θέλουμε επειδή τα θεωρούμε ως τα απαραίτητα «μέσα», για να μας οδηγήσουν σε κάτι άλλο που βρίσκεται βαθύτερα...

Έτσι, θέλουμε σπίτια για να αποκτήσουμε Ασφάλεια,
αυτοκίνητα (και τα υπόλοιπα πράγματα) για να αποκτήσουμε Αξία,
ανθρώπους που «μας δονούν» ανάλογα, για να μας δώσουν Αγάπη, μία δουλειά για να νιώθουμε Αυτάρκεις κι Ανεξάρτητοι, άρα Ελεύθεροι κλπ

Όμως τα σπίτια γκρεμίζονται,
τ’ αυτοκίνητα συνεχώς χαλάνε και φυσικά καταστρέφονται,
οι άνθρωποι φεύγουν, (από κοντά μας ή από τη ζωή…),
και από τις δουλειές μας απολύουν….

Έτσι χάνεται η Ασφάλεια;
Χάνεται η Αξία;
Φεύγει η Αγάπη;
Παύουμε να είμαστε Αυτάρκεις κι Ανεξάρτητοι, άρα Ελεύθεροι;
Σαφώς όχι!

Απλά, έτσι νομίζουμε….

Κι αυτό, γιατί
1ον Επενδύουμε στην μονιμότητα,
2ον νομίζουμε ότι είμαστε το σώμα μας μόνο, και
3ον γι’ αυτό, (επειδή νομίζουμε ότι είμαστε το σώμα μας μόνο) δίνουμε έμφαση «στα μέσα» (δηλαδή σπίτια, αυτοκίνητα, ανθρώπους, δουλειές), με τα οποία θεωρούμε μπορούμε να αποκτούμε Ασφάλεια, Αξία, Αγάπη και Ελευθερία, αντί να διερευνήσουμε στην κάθε μία από τις παραπάνω έννοιες, το τι «Πραγματικά» σημαίνει το να είμαστε Ασφαλής, να Αξίζουμε, να νιώθουμε Αγάπη, να είμαστε Ελεύθεροι….

Γιατί στην ουσία Ασφαλής είμαστε όταν εξωτερικά, αναχαιτίζουμε κάθε επηρεασμό που «θα ήταν ικανός να χαλάσει την ψυχολογία μας», αφού έχουμε αναγνωρίζει βαθύτερα τι σημαίνει Ασφάλεια, Αξία, Αγάπη και Ελευθερία...

Η Αξία μας, είναι σε αυτό που Είμαστε, και ποτέ «σε αυτά που έχουμε ή αποκτούμε».

Την Αγάπη, κανείς δεν μπορεί ΠΟΤΕ «να μας τη δώσει», όπως φυσικά και «να μας την πάρει». Εκτός μονάχα, αν ήδη δεν έχουμε βιώσει πως η Αγάπη είναι η Φυσική μας κατάσταση…

Τέλος είμαστε Ελεύθεροι, μόνο όταν συνειδητοποιούμε πως όλες οι Αξίες μας, η Ηθική μας και τα Πιστεύω μας, πηγάζουν όχι από το σκηνικό της εξωτερικής μας ζωής, τι μας μάθανε, ή από το ποια είναι η φυσική κατάσταση του σώματος μας, αλλά από ότι πηγαία αναγνωρίζεται ότι Είμαστε μέσα μας εμφανιζόμενο από το πουθενά, χωρίς δεδομένα και καταγραφές, το οποίο και εφαρμόζουμε στην εξωτερική μας ζωή για να λειτουργούμε και έτσι πορευόμαστε.

Όταν από την άλλη, (και έτσι λειτουργούμε οι περισσότεροι άνθρωποι), έχουμε ταυτίσει όλη την Ύπαρξη μας με το σωματικό μας φορέα μόνο, λογικό είναι ότι το σώμα μας είναι τελικά αυτό που «μας προσδιορίζει», και  «καθορίζει» και το πώς είμαστε καί σε ψυχολογικό επίπεδο. Έτσι και η σκέψη, (που είναι ένα εργαλείο), υπακούει στο να εργάζεται με τις ωθήσεις καθαρά του σώματος, οπότε και η ερμηνεία μας για τη ζωή είναι ανάλογη…

Η πρωταρχική επιλογή λοιπόν του σώματος αφορά σκέψεις που έχουν να κάνουν με την προστασία του, οπότε την ασφάλεια του και δευτερεύοντος,  με την ευχαρίστηση του. Ως αποτέλεσμα, την ασφάλεια, ή ευχαρίστηση του σώματος, (επειδή την εκλαμβάνουμε μέσω των πέντε αισθήσεων μας), τη θεωρούμε ασφάλεια ή ευχαρίστηση δική μας, ενώ αφορά τον φορέα, μέσα στον οποίο Εμείς, είμαστε μονάχα οι ένοικοι... Σαν να ζούμε σ’ ένα διαμέρισμα που έχουμε τόσο ταυτιστεί μαζί του, που νομίζουμε πως είμαστε το διαμέρισμα…

Έτσι, όταν κάποια στιγμή θα έχουμε (και γι’ αυτό αγωνιζόμαστε) μόνιμα (νομίζουμε) την σωματική ασφάλεια, την σωματική προστασία και την σωματική ευχαρίστηση, θεωρούμε ότι τότε, σε κάποιο μέλλον που ποτέ δεν έρχεται, «θα» είμαστε εν τέλη και ευτυχισμένοι…. Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που «τρέχουμε» όλη μας τη ζωή, και πάντα κάτι κυνηγάμε για το αύριο…. Έλα όμως που η Ψυχή δεν θρέφεται από αυτά, αλλά μονάχα το σώμα…

Αν το δούμε ακόμα καλύτερα θα διαπιστώσουμε, πως όλα ξεκινούν από φόβους που προκαλούν ανησυχίες, (όχι δικούς μας όπως είπαμε, αλλά δημιουργούμενους από ανάγκες) και πάλι του σώματος μας που όμως ποτέ δεν είναι αληθινοί, (γιατί δεν ζούμε σε εμπόλεμη ζώνη, ούτε και βεβαίως στην Αφρική), αλλά που έχουν να κάνουν με «το πώς σκεφτόμαστε για τα πράγματα», και δεν έχουν καμία σχέση με τα ίδια τα γεγονότα ή τα πράγματα. Όλα αφορούν το «αν». Σενάρια δηλαδή, (πάντα αρνητικά) για το μέλλον. Να γιατί λέμε ότι οι άνθρωποι ζούμε «σε έναν φανταστικό κόσμο» και πότε στην Πραγματικότητα, και τελικά φτάνουμε να μη ζούμε ποτέ…

Έτσι, δίνουμε έμφαση, μόνο «στην ερμηνεία» του εξωτερικού μέρους της ύπαρξης μας, οπότε αγνοούμε την Εσώτερη μας φύση, που μόνο αυτή όμως μπορεί να δει τα πράγματα καθαρά και αντικειμενικά για να μπορούμε να Είμαστε, και να νιώθουμε εν μέσω ενός κόσμου που τα πάντα ανά πάσα στιγμή καταρρέουν παρ’ όλα τα «φαινόμενα» Ασφαλείς, Άξιοι, Πλήρης (με Αγάπη), και φυσικά Ελεύθεροι.

Διότι τα σπίτια, είναι για να μας προστατεύουν από τις καιρικές συνθήκες, και για να μας παρέχουν τον απαραίτητο απαιτούμενο «δικό μας προσωπικό χώρο» για εσωστρέφεια, ανάλυση και εσωτερική αναγνώριση. Το «έξω», είναι για την επαφή «με τους άλλους», το «μέσα», για την ενδοσκόπηση και επαφή με τον «Εαυτό μας».

Τ’ αυτοκίνητα, είναι απλά για να μας πηγαίνουν στον προορισμό μας. Για να μας διευκολύνουν στη μετακίνηση, όπως και όλα τα υπόλοιπα πράγματα. Είναι δηλαδή για να διευκολύνουν αλλά και να απλοποιούν την καθημερινή μας ζωή.

Οι άνθρωποι, όλοι οι άνθρωποι στη ζωή μας, ακριβώς επειδή μεταξύ τους είναι καθ’ όλα διαφορετικοί, αντικατοπτρίζουν ο καθένας τους, κι ένα τελείως διαφορετικό κομμάτι του εαυτού μας. Αυτό σημαίνει πως η συναναστροφή μας με τον κάθε έναν από αυτούς, μας δείχνει απλά και διαφορετικό κομμάτι δικό μας, ακριβώς γιατί η κάθε μας σχέση είναι διαφορετική, άρα, ο ρόλος μέσα από τον οποίο θα εκφραστούμε επικοινωνώντας, είναι διαφορετικός. Έτσι, μπορούμε να βλέπουμε ανά πάσα στιγμή αν, και σε πιο βαθμό έχουμε αναγνωρίσει την Αγάπη μέσα μας, ενώ βεβαίως όλο αυτό μας αποκαλύπτει περίτρανα, ακόμα και τη σχέση με τον ίδιο μας τον Εαυτό ως προς το βαθμό και την ύπαρξη επαφής ή μη, με το Πραγματικό μας Είναι... Γιατί ακριβώς όπως φερόμαστε στους άλλους ανθρώπους, είναι ο δείκτης, του ποια είναι η σχέση που έχουμε αναπτύξει μέσα μας, με τα Εσώτερα μέρη του Εαυτό μας, όπως βεβαίως και ποιες (αν υπάρχουν) οι συγκρούσεις μέσα μας.

Η εργασία, δεν μας καθιστά ελεύθερους. Απλά μας παρέχει τα χρήματα, για να μπορούμε να συντηρήσουμε το σώμα μας, το χώρο μας, όπως και τα πρόσωπα τα οποία έχουμε αναλάβει υπό την προστασία μας. Αυτάρκης και Ανεξάρτητος, είναι μονάχα ο άνθρωπος που μπορεί να «σκεφτεί» μόνος του, ανεπηρέαστος από τους άλλους, από δεδομένα, από συναισθηματισμούς που τον κρατούν δέσμιο, από ανόητες σωματικές επιθυμίες που τον απομακρύνουν από τον Δρόμο του συνειδησιακά, και όχι «αυτός που βγάζει τα πιο πολλά λεφτά». Αυτός, όχι μονάχα δεν είναι Ελεύθερος, αλλά είναι απόλυτα φυλακισμένος σε αυτό που κυνηγά: Άρχοντας του είναι μονάχα το χρήμα!

Αντιλαμβανόμαστε τελικά λοιπόν, πως Πραγματικά  Ελεύθερος, είναι μονάχα αυτός που απέχει, (είναι ανεπηρέαστος ψυχολογικά), από τη «μαγειρεμένη δομή» αυτού του κόσμου, (Κοινωνική, Ηθική, Πολιτική, Θρησκευτική, Οικονομική, Οικολογική, Οικογενειακή, Παράδοσης),  που τον ορίζει, και άρα, είναι Ελεύθερος από τους κατώτερους φορείς του που τον τραβούν πίσω, και τον καθιστούν φυλακισμένο. Έχει, δική του άποψη για τον κόσμο, καθ’ όλα Ατομική, ακριβώς γιατί έχει αναρωτηθεί για τα παραπάνω, τα έχει ψάξει, και έχει καταλήξει, βασιζόμενος σε βιωματική αναγνώριση του Πραγματικά Ορθού για τη ζωή του, οπότε και έτσι βαδίζει!

Γιατί, ποιος φοβάται για την ασφάλεια;
Το Σώμα. Η Σάρκα.

Ποιος δίνει έμφαση στην Αξία;
Ο Νους. Η αναλυτική σκέψη βασιζόμενη σε μνήμες.

Ποιος ζητά Αγάπη;
Αυτός που δεν νιώθει εσωτερικά καμία απολύτως σύνδεση με το Εσώτερο μέρος της Ύπαρξης του.

Και ποιος θέλει να είναι ανεξάρτητος και αυτάρκης, άρα δεν νιώθει ήδη Ελεύθερος;
Ο διαπλασμένος από την κοινωνία και το περιβάλλον χαρακτήρας μας, που πιστεύει πως μπορεί να είναι Ελεύθερος, επειδή θεωρεί πως τα πάντα αγοράζονται με το χρήμα!

Ελεύθεροι, εντός της κοινωνίας ως άνθρωποι, δεν μπορούμε να είμαστε ποτέ. Η ίδια η φύση του πεδίου, εξαιτίας ακριβώς του σώματος στο οποίο κατοικούμε προσωρινά, δεν μας παρέχει τη δυνατότητα της Ελευθερίας με την έννοια ότι σε σωματικό (φθαρτό) επίπεδο, δεν είμαστε άτρωτοι. Ακριβώς γι’ αυτό λέμε πως η σάρκα είναι «ο τάφος της Ψυχής». Γιατί δεν είμαστε ως η Φύση μας, αλλά υποκείμενοι στον περιορισμό της ύλης. Όμως Εσωτερικά, αυτό που Είμαστε, είμαστε πάντα. Δεν υπόκειται σε μεταβολές, και δεν εξελίσσεται. Αυτό που εξελίσσεται, είναι η (κάθε) περιορισμένη συνείδηση μας εντός των κόσμων που κατοικούμε προσωρινά. Και κατ’ ουσίαν, δεν εξελίσσεται. Απλά διευρύνεται μέσα από την εμπειρία και τα βιώματα. Ενώ Είμαστε Ολόκληροι λοιπόν, «περιοριζόμαστε» σε συνειδητότητα, για να μπορούμε να είμαστε εδώ σε σώμα, εντός του υλικού πεδίου. Πως αλλιώς; Είμαστε λοιπόν επισκέπτες. Τίποτε άλλο…

Αυτός είναι βεβαίως και ο λόγος που υποχρεωτικά και εν γνώση μας, για όσο βρισκόμαστε εδώ, επειδή αναγνωρίζουμε πως μοναδικός σκοπός μας στη ζωή είναι η Ένωση με το Πραγματικό, «ανεχόμαστε» τον κόσμο, (με την έννοια ότι τον αποδεχόμαστε ακριβώς όπως είναι  με τους περιορισμούς του), και κοιτάζουμε να πορευτούμε με ότι εργαλεία μας παρέχει για να κάνουμε αυτό ακριβώς για το οποίο ήρθαμε: Να αναγνωρίσουμε εντός της ύλης την Αληθινή Φύση μας, και να την εκφράσουμε, που σημαίνει να ζούμε ως Αυτή, παρ’ όλο που ο κόσμος είναι αυτό που είναι, δηλαδή ένας κόσμος που τα πάντα είναι προσωρινά, υποκείμενα σε πάσης φύσεως αντιθέσεις των άκρων. Ο «αγώνας» μας λοιπόν, δεν είναι «να νικήσουμε», ή «να αλλάξουμε» αυτόν τον κόσμο. Ο αγώνας μας, είναι να συνδεθούμε «εντός» με την Αληθινή μας Φύση.

Έτσι κι αλλιώς το παίρνουμε απόφαση, (ο καθένας μας κάποια στιγμή) πως ο κόσμος αυτός αν αλλάξει (και γίνει καθ’ όλα ανθρώπινος και πραγματικά πολιτισμένος), πρέπει σε Ατομικό επίπεδο να «αλλάξουν συνειδησιακά όλοι οι άνθρωποι». Τότε η αλλαγή θα γίνει και συλλογική, και τότε και οι συνθήκες για όλους μας θα είναι σαφώς πιο εύκολες απ’ ότι σήμερα αλλά τονίζουμε και πάλι, θα είναι πιο εύκολες μονάχα για να μας διευκολύνουν στο να αφοσιωνόμαστε πιο ανώδυνα στην Αυτοπραγμάτωση. Να μη χρειάζεται «να αντιμετωπίζουμε» κάθε φορά εκτός των δικών μας παρεμποδιστικών παραγόντων, και όλες τις διαστρεβλώσεις του συλλογικού, που πολλές φορές δεν είναι δικό μας δημιούργημα, αλλά επειδή έχουμε εισχωρήσει στο Συλλογικό Κάρμα της ανθρωπότητας, έχουμε επωμιστεί και το ανάλογο βάρος...

Παρ’ όλο όμως που η «αφιέρωση» στον Εσωτερικό Δρόμο είναι τώρα δυσκολότερη από το να ήταν ας πούμε όλα τα προς το ζην εξασφαλισμένα, γι’ αυτόν που «αποφασίζει» να υπερβεί είναι καλύτερα, ακριβώς γιατί μέσα από αυτές ακριβώς τις δυσκολίες, (όπως και τον πόνο), μπορεί να διαπιστώσει πιο άμεσα, πως η μόνη του σωτηρία, είναι η στροφή στην Πνευματικότητα. Με βάση τις τωρινές συνθήκες του κόσμου, μόνο έτσι ο άνθρωπος γίνεται ικανός να επιβιώσει. Αλλιώς, φυτοζωεί…

Έτσι, ενώ αυτός ο κόσμος είναι όντως «η κόλαση», μέσα από αυτή την κόλαση έχουμε τη δυνατότητα ως άνθρωποι, να μπορούμε να βιώνουμε (εργαζόμενοι κάθε μέρα προς αυτή την κατεύθυνση) ακόμα και κάθε μας στιγμή την Ασφάλεια, την Αξία, την Αγάπη και την Ελευθερία της Φύσης μας, πέραν του σώματος, των πέντε αισθήσεων του, και των καταστάσεων που διαδραματίζονται σε αυτόν.

Μην ξεχνάμε πως ο Χριστός λέχθηκε πως κατέβηκε στον Άδη για τρεις μέρες. Αυτό, δεν είναι τίποτε άλλο, από το ότι ενσαρκώθηκε σε αυτόν τον κόσμο με τα τρία κατώτερα σώματα το υλικό-σάρκινο σώμα, το συναισθηματικό, και την αναλυτική, περιορισμένη σκέψη όμως, ήταν ευρύτερος από αυτά, τόσο, που βίωνε πως ήταν ο ίδιος ο Πατέρας. Και ήταν. Και Είναι…

Έτσι, υπερβαίνοντας όλα τα «άσχημα» αυτού του κόσμου η υπέρβαση αυτή, δεν έχει να κάνει με το ότι δεν υπάρχουν για μας, αλλά με το ότι γνωρίζουμε πως όλα αυτά απλά είναι «τα τρωτά» (τα βάσανα) αυτού του πεδίου, (για όποιον ταυτίζεται και έτσι τον επηρεάζουν), άρα όλος ο αγώνας είναι, η ταύτιση με κάτι πολύ ευρύτερο και η αποταύτιση από αυτόν τον κόσμο, ώστε μέσα από το ευρύτερο, να μπορούμε να βλέπουμε πιο καθαρά, οπότε να μην αποτελεί αυτός ο κόσμος (με τον τρόπο λειτουργίας των περισσοτέρων ανθρώπων), πια, τη μόνη Πραγματικότητα που γνωρίζουμε και ζούμε.

Η βαρύτητα που δίνουμε εμείς στα πράγματα, αντιλαμβανόμαστε πως γίνεται, και το πώς τελικά είναι για μας, οπότε και έτσι τα ζούμε. Αντιμετωπίζουμε άρα τις καταστάσεις ανάλογα με την κάθε δεδομένη στιγμή, και γινόμαστε, αυτό που αποφασίζουμε κάθε φορά να Είμαστε. Έτσι «αυτοπροσδιοριζόμαστε», Είμαστε ο Εαυτός μας, και δεν περιμένουμε να μας καθορίσουν οι καταστάσεις, τα δεδομένα, οι άνθρωποι ή τα πράγματα στη ζωή, διότι ακριβώς γνωρίζουμε πως Είμαστε, κάτι πολύ περισσότερο από οτιδήποτε ποτέ αντιληφθούμε, βιώσουμε, εκφράσουμε, και με αυτά ως σημεία αναφοράς ζούμε. Έτσι η ζωή μας εκπλήσσει συνεχώς. Η ουσία της Ζωής βασικά, ο Πυρήνας της. Ένας Πυρήνας, που Είμαστε αναπόσπαστο μέρος του… Τι μπορεί να μας αγγίξει;